Γιατί το μέλλον της ανάπτυξης έχει «Πράσινο» χρώμα
του Μάνθου Τζιαμούρτα, Προέδρου της NEW MELLON
Την ώρα που το παγκόσμιο ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί στην οικονομική κρίση και στις παρενέργειές της, υπάρχει ένας τομέας, αυτός των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πάνω στον οποίο συγκεντρώνονται όλο και περισσότερες προσδοκίες για το μέλλον της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Από τη μια μεριά, υπάρχει ένα πρόβλημα που διογκώνεται και για το οποίο υπάρχει πλέον καθολική αναγνώριση: η αλλαγή των φυσικών ισορροπιών του πλανήτη εξαιτίας της παρέμβασης του ανθρώπου. Πέραν της ηθικής διάστασης, το πρόβλημα αυτό έχει και οικονομικό κόστος, καθώς η επιβάρυνση του περιβάλλοντος προκαλεί τεράστιες φυσικές καταστροφές, πλήττοντας αρκετούς κλάδους της οικονομίας, όπως για παράδειγμα τη γεωργία, τουρισμός κλπ.
Από την άλλη μεριά, κανένας τομέας δεν είναι σε θέση να αναπτυχθεί χωρίς την θέσπιση οικονομικών κινήτρων αλλά και θεσμικού πλαισίου, ο συνδυασμός των οποίων είναι σε θέση να προσελκύσει επενδύσεις, τόσο στην έρευνα όσο και στην ανάπτυξη. Και εδώ αξίζει να αναφέρω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικότατα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση με τη δημιουργία ενός ευνοϊκού πλαισίου ανάπτυξης της πράσινης οικονομίας, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, με κύριο άξονα τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ).
Στις Η.Π.Α., η εκλογή του Barrack Obama σηματοδοτεί, όπως όλα δείχνουν, τη μεταστροφή της πολιτικής της χώρας στο χώρο των κλιματικών αλλαγών. Παρόλο ότι αρκετοί αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τις φιλόδοξες εξαγγελίες του νέου προέδρου ένα είναι σίγουρο ότι ο πράσινος χώρος θα δημιουργήσει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι το 2008 οι νέες επενδύσεις στο χώρο της εναλλακτικής ενέργειας σε παγκόσμιο επίπεδο ξεπέρασαν κάθε ιστορικό προηγούμενο καθώς ανήλθαν στα 155 δις. Δολάρια. Είναι ενδεικτικό ότι το παραπάνω νούμερο αντιπροσωπεύει το 10% των παγκόσμιων επενδύσεων σε υποδομές. Συνεπώς, ο τομέας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί να χαρακτηριστεί πλέον ως MAINSTREAM ECONOMY, δηλαδή θεμελιώδες συστατικό κάθε ώριμης οικονομίας.
Τη μερίδα του λέοντος, πάνω από το 44%, των νέων επενδύσεων κατέχει ο κλάδος της αιολικής ενέργειας, ξεπερνώντας την ηλιακή και τα βιο-καύσιμα μαζί. Ο κύριος λόγος είναι ότι η αιολική ενέργεια είναι η πλέον ώριμη και αξιόπιστη τεχνολογία, και το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων αφορά πλέον σε έργα εκμετάλλευσης μεγάλης κλίμακας. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 63% των επενδύσεων το 2008 αφορά σε περιοχές εκτός Ε.Ε. Αγορές όπως η Κεντρική, η Νότια Αμερική και η Μέση Ανατολή αναπτύσσονται με σημαντικούς ρυθμούς, ενώ αμείωτος είναι και ο ρυθμός ανάπτυξης της Ασιατικής Αγοράς.
Όσον αφορά στους κύριος επενδυτές, σε αυτούς συγκαταλέγονται οι παραδοσιακοί παίκτες του κλάδου της ενέργειας, αλλά και πετρελαϊκές εταιρίες (όπως η BP και η SHELL). Οι εταιρίες αυτές αναγνωρίζουν πρωτίστως μια επενδυτική ευκαιρία στο χώρο της εναλλακτικής ενέργειας, καθώς είναι σε θέση να δανειστούν με χαμηλό κόστος. Έτσι μπορούν και αναπτύσσουν μεγάλα έργα με μικρό σχετικά κόστος, τα οποία μπορούν να τους αποφέρουν υψηλές και κυρίως σταθερές αποδόσεις.
Από την άλλη πλευρά, οι παραπάνω εταιρίες έχουν και την ανάγκη αναδιάρθρωσης του ενεργειακού τους χαρτοφυλακίου, ώστε να αποφύγουν στο μέλλον να επωμιστούν το κόστος της αγοράς πιστοποιητικών ρύπων από την ελεύθερη αγορά. Γι αυτόν το λόγο επιλέγουν και τη χρηματοδότηση έργων στον αναπτυσσόμενο κόσμο (Αφρική - Λατινική Αμερική) που τους εξασφαλίζει πιστοποιητικά μέσω των μηχανισμών του πρωτοκόλλου του Kyotο και Ο.Η.Ε - Joint Implementation και Clean Development Mechanism.
Επόμενη κατηγορία επενδυτικών οχημάτων είναι τα επιχειρηματικά κεφάλαια Private Equity και Venture Capital, μέσα από τα οποία επενδύθηκαν πάνω από 13 δις δολάρια το 2008. Εκτιμάται ότι πάνω από 1.500 τέτοιου είδους Αμοιβαία Κεφάλαια έχουν βάλει στο στόχαστρό τους το χώρο των Α.Π.Ε., καθώς είναι από τους ελάχιστους χώρους που μπορεί να προσφέρει σήμερα, τόσο την ευκαιρία σε επίπεδο ταχύτατης ανάπτυξης, όσο και κυρίως σε επίπεδο δημιουργία σταθερής ροής εσόδων. Για αυτό τον λόγο έχουν δημιουργηθεί και εξειδικευμένα Funds τα οποία στοχεύουν αποκλειστικά στο χώρο, από εταιρίες όπως η MACQUARIE, Babcock & Brown, Citibank, ΗSBC, Pantheon, Deutche, Ιnvestec, και Good Energies.
Συνοψίζοντας, ο χώρος των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αποτελεί ήδη αναπόσπαστο κομμάτι ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας.
Μάλιστα, στη Γερμανία, η βιομηχανία των ΑΠΕ ξεπερνά τους 300.000 εργαζομένους, και αφορά δεκάδες εταιρίες, τόσο στην έρευνα, όσο και στην παραγωγή. Πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι το παραπάνω έρχεται ως αποτέλεσμα μιας συγκροτημένης στρατηγικής ανάπτυξης, εκ μέρους των κυβερνήσεων, με κύριους άξονες την προσπάθεια σταδιακής ενεργειακής απεξάρτησης της χώρας από το πετρέλαιο και κυρίως το φυσικό αέριο αλλά και την δημιουργία μιας νέας οικονομίας και αγοράς. Μάλιστα, τα πρόσφατα προβλήματα μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας δικαιώνουν αυτή τη πολιτική, αναδεικνύοντας τους κινδύνους στη διανομή των ενεργειακών πόρων.
Αντίθετα με όλα αυτά, η Ελλάδα μείνει πολύ πίσω στο κομμάτι της εκμετάλλευσης του αιολικού και ηλιακού δυναμικού. Η χώρα μας αναζητά ακόμη τον στρατηγικό προσανατολισμό της στον παραπάνω τομέα και κυρίως αποτελεσματικούς τρόπους εφαρμογής των διαφόρων νόμων και μέτρων που θα επιτρέψουν την επίτευξη των στόχων του 2020. Η χώρα διαθέτει, αθροιστικά, το καλύτερο δυναμικό των δυο πηγών στην Ευρώπη, παρόλα αυτά χιλιάδες πράσινες επενδύσεις καθυστερούν στα γρανάζια του συστήματος αδειοδότησης στερώντας από την χώρα ζωτικούς πόρους και θέσεις εργασίας. Βέβαια, σε καμία περίπτωση το τραίνο της πράσινης οικονομίας δεν έχει φύγει οριστικά για την Ελλάδα. Ωστόσο, όλοι οι παράγοντες της αγοράς οφείλουν να εργαστούν αποτελεσματικότερα, τόσο σε πολιτικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο, ώστε να δημιουργηθεί ένας νέος πυρήνας ανάπτυξης για την εγχώρια οικονομία.
Ας αναλογιστούμε ότι στη χώρα μας βρίσκονται σε λειτουργία λιγότερα από 11 MW φωτο-βολταϊκών πάρκων, ενώ στην Ισπανία (την νέα δύναμη του χώρου), μονάχα το 2008, εγκαταστάθηκαν νέα πάρκα συνολικής ισχύος 2.600 MW, μια επένδυση που αντιστοιχεί σε περίπου 12 δισ. ευρώ!
Με ένα πρόχειρο υπολογισμό, η εγκατάσταση 500 MW ετησίως στην Ελλάδα θα δημιουργούσε μια αγορά άνω των 2,3 δις. ευρώ που αντιστοιχεί σε ανάπτυξη 1,2% της οικονομίας, μόνο από τον κλάδο των φωτο-βολταϊκών. Η δε αποτελεσματική προώθηση του κλάδου της εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια (energy efficiency) θα έδινε μια νέα ώθηση στην οικονομία δημιουργώντας επιπλέον ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας.
|